Κριτικές

Από τον Mauro Bocci, Ιστορικό Τέχνης – Ιταλία

Άρθρο στην εφημερίδα «il Secolo XIX»
Γένοβα, Ιταλία, Iούνιος 1987

Μια ανάλυση του έργου του Γιάννη Νίκου, ξεκινώντας απ’τον πυρήνα του «υπερ-ρεαλιστικού» της ζωγραφικής του φαντασίας, επιβεβαιώνει ότι ακόμα και έργα δημιουργημένα με χρονική διαφορά μεταξύ τους έχουν κοινό το στοιχείο της ταυτόσημης αντίληψης μυστηρίου, μοναξιάς και κατάπληξης που’ρχονται απ’τον «Άλλο Κόσμο».
Αυτός ο «Άλλος Κόσμος» δεν μοιάζει να ανατρέχει, όπως συμβαίνει στο σουρρεαλισμό, στους στίβους της ονειρικής αναζήτησης, ήδη ερευνημένης, από την ψυχανάλυση: εξάλλου, η συμβολική του Νίκου αφορά περισσότερο στην ολική δομή κάθε πίνακα παρά σε κάποια επιμέρους λεπτομέρεια.
Οι πολιτιστικές σταθερές του έργου του Νίκου, αφού σε τελική ανάλυση περί του καθορισμού τους πρόκειται, είναι διαφορετικές, πιο παλιές, πιο κλασικές.
Ίσως ο τελευταίος αυτός χαρακτηρισμός ξενίζει: πώς συμβιβάζεται το κλασικό, σ’αυτή τη ζωγραφική, με τα μελλοντολογικά πετάγματα: Πράγματι, αν το στίγμα του Νίκου βρίσκεται συχνά στο μυστήριο της υπέρβασης κάθε μανιερισμού (ή στο περίτεχνα δουλεμένο pastiche τεχνοτροπιών, διαφόρων προελεύσεων, που τις αναδημιουργεί μέσ’από ένα κώδικα ωμά εκφραστικό), η ολοκληρωμένη πλαστικότητα ορισμένων μορφών και δομών, εξηρμένη από το αναμφισβήτητης ποιότητας σχέδιο, μας προτείνει με μια δύναμη γεμάτη μυς και σάρκα, ισορροπίες εκκίνησης, που στη συνέχεια μεταλλάσσονται και ανατρέπονται, αλλά ταυτόχρονα, είναι φορείς ενός σκεπτικού ομορφιάς, ολύμπια γαλήνιου, κρυστάλλινου.
Ίσως ακριβώς επειδή υπάρχει το διάμεσο αυτού του μέτρου του κλασικού, που όμως διαλέγεται και τολμάει μέσ’από μια πλουσιότατη γλωσσική αναδημιουργία, ακόμα και η πιο έκδηλα ερωτική φαντασία του Νίκου ανήκει σε μιαν απεραντοσύνη αρχέγονης, διονυσιακής ενέργειας, και δε δημιουργεί νοσηρά σενάρια και ανησυχητικές ατμόσφαιρες.
Στιγματισμένος από κλασική ευαισθησία, κι όμως τόσο «αποκλίνων», με άγρια αποφασιστικότητα, σε μια διαλεκτική γεμάτη ονειρική παραμόρφωση και μεγαλείο, ο Νίκου κοιτάζει, χαρακτηριστικότερα, στον «Αφαιρετικό Κύκλο» του, τις πιθανές διευρύνσεις ενός εκπληκτικού διαστήματος-σώματος καταγραμμένου σε μια διάσταση υγρής ρευστότητας: είναι η επίκληση (ακόμα και μέσα από τη χρωματική αναταξινόμηση: μερικοί τόνοι πιο θερμοί, όπως τα έντονα κόκκινα, ολοκληρώνουν το συνηθισμένο χρώμα της σάρκας και ταυτόχρονα απομακρύνουν απ’αυτό) ενός θαύματος σύλληψης, που σε μεταφέρει την ώρα εκείνη σε μια κατάσταση ονείρου και στις ψυχικές καταστάσεις που το ορίζουν.
Σ’αυτό το σημείο, λαμβάνοντας υπόψη την οπτική πολλών «ελεύθερων συνειρμών» του Νίκου, ξαναβλέποντας την ποικιλία των συμβόλων που βρίσκονται στους ιδιαίτερης σύνθεσης πίνακές του, θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε ενδελεχέστερα την όχι κοινότυπη αρμονία μεταξύ της ζωγραφικής του διαδικασίας και της ποικιλόχρωμης περιγραφής του ονειρικού πλανήτη, που πολλούς αιώνες πριν, ο Έλληνας Λουκιανός παρουσίαζε στην «Αληθινή Ιστορία»: «τα όνειρα δεν είχαν όλα την ίδια μορφή και φύση… άλλα είχαν μεγάλη διάρκεια κι ήταν όμορφα κι ευχάριστα κι άλλα ήταν βίαια, σύντομα, δυσάρεστα. Άλλα ήταν φωτεινά, άλλα ασήμαντα. Υπήρχαν ακόμα όνειρα μαγικά, «φτερωτά», κι άλλα, θα λέγαμε, με φορεσιά γιορτινή. Άλλα βασιλικά, θεϊκά και πολλά ακόμη με ανάλογες με την περίπτωση μορφές…».
Έτσι λοιπόν, κι ο Γιάννης Νίκου, δημιουργεί όνειρα, «κοινά για όλους μας», στο όνομα της Τέχνης.

Από τη Μάρθα Ιωαννίδου, Ιστορικό της Τέχνης – Μουσειολόγο, Θεσσαλονίκη, 1998

Ο Νίκου είναι ένας σύγχρονος ζωγράφος με κλασική παιδεία και πλούσια εκφραστική γλώσσα. Οι συνθέσεις του, ακόμη και οι καθαρά ιστορικές, αν και κατά κανόνα αναφέρονται στο χώρο του υπερ-πραγματικού, δεν ακολουθούν κατά γράμμα επιταγές του Σουρεαλισμού όπως ο αυτοματισμός και η εκμετάλλευση του τυχαίου. Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει ότι κατέληξε συνειδητά σ” έναν προσωπικό και καλά οργανωμένο συμβολισμό, που προϋποθέτει τον αυστηρό έλεγχο του σχεδίου και τη σκηνοθεσία των ενοράσεων: «Ούτε μια πινελιά δεν είναι τυχαία, δεν πιστεύω στο τυχαίο. Για τη δημιουργία κάθε έργου μου, έχει, παράλληλα με τη σύλληψή του, ολοκληρωθεί η ενορχήστρωση των εκφραστικών μέσων, σχέδιο – χρώμα – μορφή, όπου τον κυρίαρχο ρόλο έχει το σχέδιο: η αρμονική διαίρεση του χώρου σε μορφές και σχήματα».
Παρ” όλα αυτά ο Νίκου ευθυγραμμίζεται με τους σουρεαλιστές όσον αφορά την ιδιαίτερη αγάπη του για τη γυναίκα και μάλιστα τη μοιραία γυναίκα, τη γυναίκα κατακτητή. Αρκεί κανείς να δει τη σειρά Άγγελοι για να διαπιστώσει πως η αθωότητα μεταμορφώνεται σε πάθος, λαγνεία και σκληρότητα πριν καταλήξει στην κάθαρση, στοιχεία της γέννησης που καθορίζουν τη γυναικεία φύση και καθρεπτίζονται σ” αυτή.
Στον κόσμο που πλάθει, ο χρόνος έχει σταματήσει και κάθε στοιχείο του έργου-άψυχο ή έμψυχο-παίζει το ρόλο που ο «σκηνοθέτης» του έχει υποδείξει, με στόχο να συμπαρασύρει το θεατή. Ανθρώπινα πάθη, ερωτικά και αστρικά σύμβολα συμπλέκονται, εξωκοσμικές δυνάμεις του Καλού και του Κακού, Άγγελοι και Δαίμονες, Ιππότες και μεσαιωνικοί βασιλιάδες. Θύματα και θύτες εξιστορούν την παρακμή των εγκοσμίων. Με απορριπτική ματιά, από τότε που εγκατέλειψε το άστυ για κάτι πιο γνήσιο –τη ζωή και δημιουργία σ’ έναν χώρο μέσα στην φύση – με διάχυτο το χιούμορ, που τον χαρακτηρίζει και στην καθημερινή του ζωή και στα έργα του, αγγίζει τα όρια της ειρωνείας, χορτασμένος επιπλέον από τις διαδρομές του στην Τέχνη αλλά και από εμπειρίες ζωής, ο Νίκου μεταδίδει όχι μόνο προσωπικά αλλά και συμπαντικά μηνύματα.
Η ζωγραφική του, οργανωμένη σε ενότητες (παγανιστικά θέματα, ζωδιακός κύκλος, Μεσαίωνας, μυθολογία, παραμορφώσεις, άγγελοι κ.α.) και σήμερα με νέο πρόσωπο μέσα από τις μουσειακών διαστάσεων ιστορικού περιεχομένου συνθέσεις του, δύσκολα, όπως τονίστηκε, θα χαρακτηριζόταν αμιγώς σουρεαλιστική. Με δεδομένο ότι η σουρεαλιστική ζωγραφική παλινδρομεί χωρίς να παγιώνεται και αναπτύσσεται σε πάμπολλους διαφορετικούς τύπους συγκροτώντας ένα γοητευτικό σύνολο από προτάσεις, πειραματισμούς και επιτεύγματα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Νίκου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε έναν ιδιότυπο Σουρεαλισμό, που δεν θα πρέπει ίσως να ενταχθεί στα στενά πλαίσια ούτε του Μαγικού, ούτε του Φανταστικού Ρεαλισμού. «Είναι κάτι σαν άγρυπνη συνείδηση, που προκειμένου να εμπλουτίσει τη ζωή, ανασκάπτει όσα εδάφη εκτείνονται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο θαυμαστό κόσμο του παραλόγου».
Στο έργο του άλλοτε εμφανίζεται να συμπάσχει και άλλοτε να ενεργεί ως εξωτερικός παρατηρητής, ένας ψυχρός σαρκαστής και συχνά χλευαστής της υπέρβασης, την οποία ωστόσο συνειδητά επιλέγει να υπηρετεί κινούμενος στο χώρο του υπερ-πραγματικού. Ίσως γιατί τον Σουρεαλισμό τον βιώνει, δεν του αντιστέκεται αλλά και δεν τον προκαλεί ακόμη κι όταν αυτοπροσωπογραφούμενος συμμετέχει στις πολυπρόσωπες συνθέσεις του.
Το σχέδιο του είναι δυναμικό και λειτουργικό, ενώ το χρώμα, μεστό και συμβολικό, δίνει την αίσθηση του απόκοσμου. Οι συνθέσεις του είναι σκηνοθετημένες παραστάσεις, με μορφές που ξεπηδούν από το Δάντη, τη Βίβλο, και από την κλασσική λογοτεχνία γενικότερα, επενδυμένες με «ήχους» αναγεννησιακούς που πλημμυρίζουν το μυστηριακό, γεμάτο ανησυχία τοπίο. Μια συνύπαρξη αβρότητας και ωμότητας, αρμονική επιφανειακά, μια κατάσταση έτοιμη να εκραγεί και να μας συμπαρασύρει. Τα πρόσωπα των έργων του ανακυκλώνονται και αποκτούν τελικά οικουμενικά συμβολικά χαρακτηριστικά, ελαφρώς grotesque και με στοιχεία που θυμίζουν κλασσικά κόμικς. Τον ενδιαφέρει τόσο ο μικρόκοσμος όσο και ο μακρόκοσμος, που τους συνθέτει με μοναδικό τρόπο και τους οργανώνει με κάθε λεπτομέρεια σαν θέατρο του παραλόγου. Τα πρώτα του έργα χαρακτηρίζονται από ένα horrorvacui που κάνει τις μορφές να ασφυκτιούν. Σταδιακά το κενό υπερισχύει με συνέπεια να αναδεικνύονται σαφέστερα οι μορφές και ο χώρος.
Η ζωγραφική του δε γεννά ηρεμία γιατί δεν εφησυχάζει ούτε ο δημιουργός της. Η ένταση των συναισθημάτων του, η ζωντάνια και η διαρκής αναζήτηση είναι βασικά στοιχειά της προσωπικότητας αλλά και των έργων του. Ο Νίκου κάνει τέχνη για να προβληματίσει. Σαν εικαστικός Σπίλμπεργκ, κάνει με την πληθωρική του φαντασία και με τη σχεδιαστική του δεινότητα που αγγίζει τα όρια του φωτογραφικού ρεαλισμού, μας εμπλέκει σε δρώμενα ασυνήθιστα, υποβλητικά, υποκύπτοντας συχνά στον πειρασμό της παραμορφωτικής ανατομίας, που αποκτά όμως την ιδία στιγμή μια ιδιαίτερη μορφοπλαστική δυναμική. Έτσι, τα σώματα αποβάλλουν το βάρος τους και εξερευνούν αφρόμορφους πλανήτες, λειώνουν και αλλοιώνονται, συγχωνεύονται και αποχωρίζονται, όπως και στην ερωτική πράξη, εκτελούν πτώσεις ή πετάγματα, συμμετέχουν σε σκηνές Κολάσεως, που μπορεί να καταλήγουν στον εξαγνισμό, αποδεικνύοντας την έντονη διάθεση του καλλιτέχνη να μετατρέψει την ισχύουσα κατάσταση.
Η αποκάλυψη που τον απασχολεί είναι ουσιαστικά το προσωπικό του ξεγύμνωμα, το ξετύλιγμα της πολυσχιδούς φαντασίας του, των συναρπαστικών του μεταπτώσεων. Ο δρόμος για τη λύτρωση είναι η ίδια η ζωγραφική του. Ζωντανή και ενδιαφέρουσα όπως και ο δημιουργός, που ξέρει να τη μετουσιώνει σε ένα καθημερινό πανηγύρι χαράς.
Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτες είναι τα τελευταία χρόνια οι ιστορικού περιεχομένου συνθέσεις του Νίκου, όχι μόνον για τις μουσειακές τους διαστάσεις και για την κινηματογραφική επεξεργασία του θέματος, αλλά κυρίως για τον διδακτικό τους χαρακτήρα και την έλλειψη προηγούμενου. Προσπάθησε να συμπληρώσει και όχι απλώς να εικονογραφήσει τις υπάρχουσες μαρτυρίες, αναπτύσσοντας στον καμβά του μεγάλες στιγμές της Ιστορίας μας, ανεκμετάλλευτες μέχρι σήμερα από την Τέχνη, όπως «Ή Άλωση της Κωνσταντινούπολης», « Ό Αλέξανδρος στα Γαυγάμηλα», « Θερμοπύλες».
Ο Νίκου δεν επικαλείται απλά την ασυνείδητή μας μνήμη, για να αποκαλύψει τα προσωπικά πάθη και τους φόβους του και έτσι να ταυτιστεί μαζί μας. Επιζητεί ταυτόχρονα και καλλιεργεί τη συνειδητή συμπόρευσή μας μέσα από τη γνώση και την έκτη αίσθηση. Η ζωγραφική του είναι ένα μυστήριο για τους μυημένους αλλά έχει και ελεύθερη είσοδο και για τους πολλούς, με ιέρεια – οδηγό το σχέδιο και την ίδια την Ιστορία. Είναι ένας σύγχρονος εκτελεστής του βαγκνερικού Gesamtkunstwerk, του καθολικού έργου Τέχνης, με θεατρική πλοκή και σκηνικό, με τις μορφές να κινούνται στους ήχους μιας μουσικής, που θα μπορούσε να επενδύσει κείμενα. Η εικαστική παρουσίαση του σε μεγάλες συνήθως διαστάσεις, για να δοθεί ακριβώς χώρος δράσης στη φαντασία, δεν υπερβαίνει τις δυνατότητες του θεατή – αναγνώστη καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται κομμάτι – κομμάτι, σα σε σελίδες βιβλίου, που πρέπει να τις κοιτάξει και να τις ξανακοιτάξει καταλήγοντας κάθε φορά σε άλλα συμπεράσματα.
Ο Νίκου δε θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικός Έλληνας ζωγράφος με την τρέχουσα έννοια που συνήθως συνδέεται με το ιδεολόγημα της ελληνικότητας. Είναι όμως σίγουρα πιστός στην παράδοση και την ιστορία. Ένας Έλληνας του 21ου αιώνα. Η ιρλανδική του καταγωγή δένει μύθους και παραδόσεις σε ένα κοινό πολιτιστικό χάρτη, καθιστώντας το δημιουργό ένα πολίτη του κόσμου, όπως είναι κάθε γνήσιος Έλληνας, όπως είναι ο Οδυσσέας.

Άρθρο στο μηνιαίο περιοδικό Τέχνης «Τerzo Occhio», Guliano Serafini – Ιταλία

Από το Guliano Serafini, Κριτικό Τέχνης – Ιστορικό,
με την ευκαιρία μιας σειράς ατομικών εκθέσεων
του Γιάννη Νίκου στην Ιταλία (κατά την περίοδο που ζούσε στην Ιταλία)
Φλωρεντία, 1987

Η ζωγραφική του Γιάννη Νίκου φαινομενικά συντονισμένη στο μήκος κύματος του ιστορικού σουρεαλισμού… Ένα έπος δαιμονιακό, μύηση μυστηριακή, όπου το υποσυνείδητο δίνει συχνά προβάδισμα στη μυθολογική διάσταση, στη μαγεία και στη μεταφυσική ενόραση. Η υπερτροφία της εικόνας και η ρωμαλεότητα της αλληγορίας υποθάλπει στοιχεία sciencefiction (επιστημονικής φαντασίας), μια ακόμη εκκεντρική φυγή στα εσώτερα του «ταξιδιού» του Νίκου.
Σε ιστορικό επίπεδο θα μπορούσε η δουλεία να τοποθετηθεί σ” εκείνο το σπάνιο σημείο που σήμανε το πέρασμα από τον νεοκλασικισμό στο «ρομαντισμό» και δεν είναι τυχαίο το ότι η αφήγηση αναφέρεται στις ρομαντικές πτυχές του μύθου – η κάθοδος στον Άδη, το Θάνατος και η Ανάσταση, η νύχτα και η επιστροφή – μέσ” από ένα ρεπερτόριο όπου σαν αρχέτυπο χρησιμεύουν οι μεγάλες περιπέτειες του πνεύματος.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε στο έργο του Νίκου, να επιστρέφουν ο Χρόνος και η Μουσειακή διάσταση, όταν φαίνονταν ότι είχαν διαγραφεί για πάντα…

Άρθρο στο Περιοδικό «Art and living», Δρ. Ντόρας Ηλιοπούλου – Ρογκάν

Της Ντόρας Ηλιοπούλου – Ρογκάν,
Δρ. Ιστορικoύ της Τέχνης, Τεχνοκριτικού, Αθήνα,
Τεύχος Ιουλίου – Αυγούστου 1996

«Ένας πολυδυναμικός δημιουργός»

Πληθωρικός καλλιτέχνης ο Γ.Νίκου, υπηρετεί με τα σχέδια και τα λάδια του το «έπος» της ανθρώπινης μοίρας και της ειμαρμένης. Με μητέρα ζωγράφο, ο Νίκου ανατράφηκε μέσα στον κόσμο της τέχνης από τα γεννοφάσκια του. Απόφοιτος της ΑΣΚΤ (1965-1970) και της Σχολής Θεάτρου και Κινηματογράφου Αθηνών (1964-1967), έκανε παράλληλα σπουδές κιθάρας, μελέτησε το ψηφιδωτό πλάι στην Ε. Βοϊλα και σπούδασε φωτογραφία στη Γένοβα από όπου επέστρεψε το 1989, για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Ζώντας και εργαζόμενος μόνιμα στο μαγευτικό χώρο-σπίτι-ατελιέ, που δημιούργησε μέσα στην φύση, εκτός Αθηνών, ο Νίκου έχει αφοσιωθεί ολότελα στη ζωγραφική, την οποία υπηρετεί νυχθημερόν με μεγάλο σθένος και εύρος. Στα λάδια του, επεξεργασμένα σε ενότητες, που γίνονται πάντοτε με βάση το σχέδιο-χώρο στον οποίο έχει διαπρέψει με την ιδιότητα ενός μεγάλου μαιτρ, ο Νίκου έχει ενορχηστρώσει ένα πλατύ θεματικό φάσμα. Φάσμα εμπεδωμένο στην αρχαία μυθολογία, τη μεσαιωνική ιστορία, τον προσωπικό, σουρρεαλιστικό, φανταστικό μύθο. Στις επικές, στην κυριολεξία, συνθέσεις του με θέμα την Άλωση, τον Κύκλο του Πάθους, την Αποκάλυψη, τις Σταυροφορίες, ο Νίκου αντιπροσωπεύει μια σπάνια στις μέρες μας περίπτωση επικού καλλιτέχνη.
Εμφανής η επίδραση των σπουδών σκηνογραφίας στο έργο του, τροφοδοτεί όχι μόνο το βλέμμα μας, αλλά και τον ψυχισμό μας με ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο εντυπώσεων που μαγνητίζει το οπτικό μας πεδίο. Όσες φορές, πράγματι, κι αν κοιτάξουμε ένα έργο του ολοένα κι ανακαλύπτουμε κάτι το καινούργιο και, κυρίως, το σημαντικό. Παραστατική κυρίως η τεχνοτροπία του, κατορθώνει να μας βγάζει από την πεπατημένη, χάρη σε απρόσμενα ευρήματα και κυρίως χάρη στον προσωπικό τόνο της φαντασίας που κατορθώνει να ενορχηστρώνει στην κάθε του σύνθεση. Μαέστρος στο σχέδιο, στην υποβολή της κίνησης μέσα από τις απεικονίσεις πλήθους, ο Νίκου κατορθώνει να καταλαμβάνει τον χώρο ολόγυρα από το έργο του κι όχι μοναχά μέσα απ’ αυτό, δημιουργώντας μια ιδιάζουσα ατμόσφαιρα ολόγυρά του. Αντανακλώντας το πάθος που τον καταλαμβάνει για τη δουλειά του, πάθος που τον οδήγησε να εγκατασταθεί μέσα στη φύση, σε έναν μαγευτικό χώρο όπου ζει με τη γυναίκα του, το γιο του, τα σκυλιά του, κυρίως όμως τα έργα του, ο Νίκου δημιουργεί οδηγημένος από την ανεξάντλητη έμπνευσή του.
«Δεν εγκλωβίζομαι ποτέ σε μια φόρμουλα όσο κι αν αυτή μου αρέσει», μας εξομολογήθηκε σε μια φιλική συζήτηση που είχαμε μαζί του. «Ζωγραφίζω αποκλειστικά σύμφωνα με την επικρατέστερη διάθεσή μου και το κάθε έργο μου, από τη στιγμή που το συλλαμβάνω στο μυαλό μου, βγαίνει ατόφιο. Πολλές φορές δημιουργώ σε παράλληλες τροχιές (ιστορικές, μυθολογικές, σουρρεαλιστικές, φανταστικές συνθέσεις), πάντοτε όμως με βάση το σχέδιο».
Παλμικό, υπερευαίσθητο, κινητικό, το σχέδιο του Νίκου εξασφαλίζει πολύ γερά θεμέλια στα λάδια του, ανακηρύσσοντάς τον συγχρόνως μεγάλο μαιτρ. Τα κατ” εξοχήν εκφραστικά έργα του, ανεξάρτητα από το εκάστοτε θέμα, αποκαλύπτουν στην κάθε περίπτωση το εύρος της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του με πυρήνα το εξαιρετικό σχέδιο.

Άρθρο στο περιοδικό των Καλών Τεχνών «Gallery», Δ. Παντελίδης

Από τον Δημ. Γ. Παντελίδη,
Κριτικό Τέχνης,
Αθήνα, 1998
Ο Γιάννης Νίκου είναι μοναδικός. Τον χαρακτηρισμό αυτό δεν τον κάνω αβασάνιστα απλά με την ευρύτερη έννοια των λέξεων. Μοναδικότητα / σπανιότητα.
Εννοώ ότι στους καιρούς μας όπου η πρωτοτυπία και το σοκ στην τέχνη εκτόπισαν τη δεξιοτεχνία, τη σπουδή και την αφήγηση ο Νίκου συνεχίζει να εκτελεί έργα μνημειώδη (ακόμα και τα μικρά του έργα). Έργα αφηγηματικά, έργα επικών συναισθημάτων με βαθιά ψυχολογική και φιλοσοφική σημειολογία και δυνατή συναισθηματική διάσταση. Όλα αυτά τα εκτελεί με άψογο σχέδιο, τέλεια χρήση του χρωστήρα και του μολυβιού, και προπάντων με ανεξάντλητη ευρηματικότητα.
Πηγές του, η λογοτεχνία, η όπερα, το σινεμά, τα κόμικς, φιγούρες που θυμίζουν Μπονιουέλ και Φελλίνι και άλλοτε Νταλί και Μπρόυγκελ: «Η Εποχή των Ιπποτών» («Γκράαλ», «ο Βυθός», «το Διάστημα»). Οι άντρες είτε είναι απρόσιτοι άγιοι είτε είναι κολασμένα τέρατα… Οι γυναίκες είτε είναι όμορφες ή άσχημες είναι πάντα Σειρήνες, Αρπυίες, και Σφίγγες, ερωτικές αλλά συγχρόνως απειλητικές και απαγορευμένες. Ακόμα οι δράκοντες, τα άλογα, τα δισκοπότηρα, όλα υπογραμμίζουν ένα συγκεκριμένο φροϋδικό τρόμο.
Μόνο το παρόν λείπει, γιατί το παρόν είναι ο Νίκου.

Από τον Ίωνα Βορρέ, ιδρυτή και πρόεδρο του «Μουσείου Βορρέ»

Από τον Ίωνα Βορρέ, ιδρυτή και πρόεδρο του «Μουσείου Βορρέ»,
με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσης του Γιάννη Νίκου στο (Μουσείο Βορρέ),
τον Μάιο του 2007.

Ο Γιάννης Νίκου είναι βασικά μια πολύπλευρη προσωπικότητα με ένα διεισδυτικό πνεύμα και ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και σπούδασε σκηνοθεσία και ηθοποιία στη Σχολή Θεάτρου και Κινηματογράφου Αθηνών. Έκανε παράλληλα σπουδές κιθάρας και ψηφιδωτού. Στην Γένοβα της Ιταλίας όπου και διέμενε για αρκετά χρόνια, σπούδασε και φωτογραφία. Παρόλο που του δόθηκαν πολλές ευκαιρίες να αναδειχθεί στο εξωτερικό, η Ελλάδα τον τραβούσε πάντα. Το 1991 εγκαταστάθηκε μόνιμα σε ένα ειδυλλιακό κτήμα στα ορεινά της Μακεδονίας, όπου σε ένα υπερσύγχρονο εργαστήριο έχει αφοσιωθεί ολόψυχα στη ζωγραφική.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σαν ένθερμος πατριώτης, η πλούσια και ανεξάντλητη πηγή της Ελληνικής Ιστορίας αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη του επικού και πληθωρικού καλλιτεχνικού έργου του Γιάννη Νίκου. Γενικά οι πίνακές του, λάδι σε καμβά, συνήθως μεγάλων διαστάσεων, αναπαριστούν δυναμικά, ιστορικά γεγονότα που αναδύονται από το πλούσιο φάσμα του Ελληνικού πολιτισμού. Από τις πλέον αξιόλογες και συναρπαστικές δημιουργίες του είναι οι τεράστιες αλληγορίες, που αναβιώνουν εντυπωσιακά και πειστικά αθάνατες στιγμές της ιστορίας μας, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος στα Γαυγάμηλα, οι Θερμοπύλες και οι δυο μεγάλοι πίνακες, η Ναυμαχία του Αρτεμισίου και η άλωση της Κωνσταντινούπολης, που παρουσιάζονται στην παρούσα έκθεση. Οι συνθέσεις αυτές καθηλώνουν και εντυπωσιάζουν άμεσα τον θεατή με την εκπληκτική δεξιοτεχνία που τις διακρίνει. Το έργο του, πλούσιο σε διδακτικό περιεχόμενο και λουσμένο μ” ένα φινετσάτο εξπρεσιονισμό, επιβάλλεται άμεσα με την πληθωρική θεματολογία του που εμπνέεται από έναν καθαρά προσωπικό και βαθύ οραματισμό.
Θεματικά ο καλλιτέχνης εξαπλώνεται σε ορισμένες περιόδους που αποκαλεί «κύκλους» της δουλειάς του, όπως η Ελληνική μυθολογία και η αρχαία ιστορία, το Βυζάντιο- Μεσαίωνας, ο Αλληγορικός-Παγανιστικός κύκλος, ο ρομαντικός κύκλος και οι Βιβλικές πηγές, ιδιαίτερα η «Αποκάλυψη του Ιωάννη».
Μετά τη λαίλαπα του β” Παγκόσμιου πολέμου που κυριολεκτικά σάρωσε ολόκληρη την Ελλάδα και ενώ ακόμα τα ίχνη της φοβερής αυτής καταστροφής ήταν παντού νωπά γύρω μας, βλέπουμε με θαυμασμό την ελληνική τέχνη, σαν τον φοίνικα που αναδύεται από την τέφρα του, να συνέρχεται, να ορθοποδεί και σε ελάχιστο χρόνο να περνά σε μια νέα εκπληκτική περίοδο άνθισης. Νέες ιδέες, νέες δυνάμεις και νέες αφετηρίες σφραγίζουν την μεταπολεμική αυτή περίοδο της νεοελληνικής τέχνης, επιβεβαιώνοντας και τη λαϊκή πεποίθηση ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Το επικό έργο του Γιάννη Νίκου επιβεβαιώνει πλήρως την πεποίθηση αυτή.
Θυμάμαι κάποτε που μου είπε ο γνωστός Άγγλος ιστορικός Arnold Toynbee ότι ο πολιτισμός αποτελεί ένα ρεύμα, ένα κίνημα και όχι μια μόνιμη κατάσταση. Δεν είναι ένα λιμάνι, αλλά ένα μεγάλο ταξίδι. Αυτή η ροή, αυτό το κίνημα, αυτό το ταξίδι απαιτεί συνεχή εμπλουτισμό για να επιβιώσει. Και η επιβίωσή του επιτυγχάνεται πρώτιστα από την αμέριστη προσφορά της τέχνης. Και είναι αυτό που εννοούσε η αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη που πάντα έλεγε ότι η βαριά βιομηχανία ενός έθνους στην εποχή μας δεν είναι τα εργοστάσια αλλά η τέχνη και ο πολιτισμός. Και η πολυδιάστατη καλλιτεχνική προσφορά του Γιάννη Νίκου στο ρεύμα αυτό του Ελληνικού πολιτισμού είναι αξιόλογη και μοναδική.
Γενικά το όλο δυναμικό και πολύπλευρο εκφραστικό πνεύμα του Γιάννη Νίκου αποκαλύπτει και αναπαριστά, με ένα σχεδόν κινηματογραφικό σενάριο, μια τραγική και βασανισμένη ανθρωπότητα, βάρβαρα εγκλωβισμένη σε ένα μοιραίο και ανελέητο πεπρωμένο όπου τα πάντα παίζονται για επιβίωση ή θάνατο. Στην τελευταία του δουλειά μάλιστα, ο καλλιτέχνης επεκτείνει το ανελέητοι αυτό πεπρωμένο ώστε να συμπεριλαμβάνει και γεγονότα της εποχής μας, όπως η καταστροφή των δίδυμων πύργων στην Νέα Υόρκη την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Η πληθωρική φαντασία του καλλιτέχνη διαπνέεται από μια ελκυστική μύηση υποχθόνιου μυστηρίου που αμφιταλαντεύεται μεταξύ κόλασης και παράδεισου.
Ο Γιάννης Νίκου τυγχάνει επίσης ένας μαέστρος στο σχέδιο. Η εντυπωσιακή αισθητική επιτυχία των μεγάλων συνθέσεων του οφείλεται στο γεγονός ότι όλες, όπως εξάλλου και ο ίδιος ομολογεί, βασίζονται σε ένα προσεκτικά επεξεργασμένο προσχέδιο που εξασφαλίζει άμεσα την αρμονική ισορροπία των διάφορων επιμέρους τμημάτων σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο που αποκαλύπτει τα μεγάλα οράματα ενός πολυδιάστατου και πολυμήχανου δημιουργού. Ο προσχεδιασμός αυτός εξασφαλίζει συν τοις άλλοις τη λύση ισορροπημένης και θετικής συνύπαρξης ενός μικρόκοσμου με ένα μακρόκοσμο στις πολυδιάστατες συνθέσεις του καλλιτέχνη.
Έχει λεχθεί ότι «αυτοί που αναφέρονται στην ιστορία είναι βέβαιο ότι θα ακουστούν και θα κριθούν από την ίδια την ιστορία». Είμαι βέβαιος ότι η ιστορία έχει ήδη κρίνει και αναγνωρίσει το επιβλητικό έργο του Γιάννη Νίκου, ο οποίος αποδεικνύεται ένας πραγματικός Έλληνας της εποχής μας και τούτο γιατί όλη η καλλιτεχνική του δυναμικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη ψυχή τε και σώματι, με την ιστορία μας και τον πολιτισμό μας. Για το λόγο αυτό, το σύνολο της δουλειάς του διέπεται από ένα ρομαντικό και εξευγενισμένο πνεύμα ελληνισμού που τον καθιστά ως τον αναμφισβήτητο καλλιτεχνικό ιστορικό της εποχής μας, ένα σύγχρονο Θουκυδίδη. Και όπως ο μεγάλος αυτός ιστορικός κάποτε διακήρυξε, η τέχνη απαιτεί πολύ κουράγιο, σωματικό, ψυχικό, συναισθηματικό και προπάντων μια ακλόνητη αυτοπεποίθηση. Ο Γιάννης Νίκου έχει αποδείξει ότι διαθέτει άφθονο καλλιτεχνικό κουράγιο, όχι μόνο για το παρόν αλλά και για το απώτερο μέλλον. Είναι δε ήδη απόλυτα οφθαλμοφανές και επιβεβαιωμένο, ότι η πρωτοποριακή δουλειά του επικού αυτού καλλιτέχνη με την πρωτοφανή δεξιοτεχνία, θα επιβιώσει άνετα και επιβλητικά στο χρόνο και τη μνήμη.

Κριτική του Ροδόλφου Μορώνη, δημοσιογράφου, τέως διευθυντή ΕΡΤ

Του Ροδόλφου Μορώνη, δημοσιογράφου, τέως διευθυντή ΕΡΤ.
Δεκέμβριος 2013.

Γιάννης Νίκου:
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σε μια εποχή που η αντι-ελληνοκεντρική, ψευδοπροοδευτική κυριαρχούσα τάση έχει ενοχοποιήσει τον πατριωτισμό ταυτίζοντάς τον, όλως αυθαιρέτως (και μάλιστα με φανατισμό φασιστικής υφής) με τον εθνικισμό, είναι παρήγορο να βλέπει κανείς καλλιτέχνες, που δεν διστάζουν να πάνε κόντρα στο ρεύμα και να αναζητούν την έμπνευσή τους στην ελληνική μυθολογία και την ιστορία και να μη διστάζουν να την εκθέτουν.
Ο Γιάννης Νίκου, ζωγράφος με διεθνείς περγαμηνές, εκθέτει αυτό τον καιρό στο πλαίσιο της έκθεσης «Θεοί και Ήρωες της ελληνικής μυθολογίας» ένα μικρό μέρος έργων του βασισμένων στην μυθολογία. (Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι και μυθολογίες άλλων χωρών έχουν εμπνεύσει κατά καιρούς τον Γ.Ν.-όπως, άλλωστε, και ιστορικά γεγονότα, που δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα. βλπ. Μάχη του Βατερλώ κ.α.).
Το έργο του Νίκου, που δεν περιορίζεται, φυσικά, στον κύκλο της μυθολογίας και της ιστορίας, (ένα σημαντικό αριθμό έργων του μπορεί να βρει κανείς στο www.iannisnikou.gr) είναι και από μια άλλη άποψη ενδιαφέρον, καθώς δεν είναι πολλοί οι ζωγράφοι στις μέρες μας που δεν υπηρετούν μια τέχνη, που. όπως έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ «πωλείται από ανθρώπους χωρίς αρχές σε ανθρώπους που βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση.»
Και ο μεν Καμύ το έλεγε αυτό αναφερόμενος στην αφηρημένη τέχνη και τους αμέτρητους ατάλαντους που κρύφτηκαν πίσω της. Σήμερα θα έφριττε από τους δρόμους που έχουν πάρει οι εικαστικές τέχνες.
Είναι φανερό, ότι και για τη ζωγραφική, είναι ανάγκη πια να αναζητήσουμε το «χαμένο κέντρο» της, όπως θα ‘λεγε κι ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, Και οι κριτικοί, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ενώ θα ’πρεπε να το αναζητούν, αδιαφορούν και σέρνουν το χορό προς μονοπάτια που οδηγούν στην «μη Τέχνη» -στο βαθμό που επιμένουν, για λόγους που σχετίζονται με τα ευρύτερα συμφέροντά τους, την (αν)επάρκειά τους ή και την αδυναμία τους να πάνε κόντρα στο ρεύμα, να δικαιολογούν θεωρητικά κάθε ανοησία, που πλασάρεται ως μοντέρνα και πρωτοποριακή Τέχνη.
Το σπάσιμο της προσωδίας στην εικαστική γλώσσα (για να μείνουμε ακόμη στην ορολογία του Λορεντζάτου) επήλθε με τον φουτουρισμό και το νταντά και το «κέντρο» χάθηκε κάπου ανάμεσα στο φοβισμό και τον κυβισμό. Όχι ότι δεν υπήρξαν αξιόλογα και μεγάλα έργα μετά, αλλά η ζωγραφική δεν εξαντλείται σε ερεθιστικές διευθετήσεις χρώματος και φόρμας ή υλικών. ‘Όπως κι ο Σαλβαδόρ Νταλί έχει σημειώσει «το σχέδιο είναι η τιμιότητα της τέχνης. Δεν υπάρχει περίπτωση να εξαπατήσεις. Είναι καλό ή κακό.»
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, κριτικοί και προβεβλημένοι ζωγράφοι σ’ ένα κλίμα διαπλοκής (που δεν εξαντλείται, βέβαια, σ’ αυτούς τους δύο πόλους) μοιάζει να υπερασπίζονται ακόμη, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, μια πορεία προς την «μη -Τέχνη». Και να κρατούν ερμητικά κλειστό ένα σύστημα που έχει ευνοούμενους, συμφέροντα και, προ παντός, καλύπτει την απουσία ταλέντου ή γνώσης.
Ο Γιάννης Νίκου έχει επιλέξει να μείνει έξω απ’ αυτό το σύστημα. Αν και έχει παρουσιάσει ως τώρα το έργο του σε πολλές εκθέσεις (ατομικές: Αθήνα, Θεσ/νίκη, Βρυξέλλες, Μιλάνο, Μπρέσια, Γένοβα, Ρώμη, Τορόντο – ομαδικές: Βασιλεία, Παρίσι, Σπολέττο, Τόντι, Ρώμη, Τορίνο, Σαβόνα, Μάλτα, Ν.Υόρκη, Τορόντο, Αμβέρσα και Λευκωσία), τις τελευταίες δεκαετίες ζει και διακονεί την τέχνη του μακριά από τις μεγάλες πόλεις και τες πολλές συνάφειες.
Με πολλές διεθνείς διακρίσεις (η Νομαρχία της Umbria και το υπουργείο Τουρισμού, τον έχουν βραβεύσει για την δουλειά του, η Διεθνής Επιτροπή Τέχνης του Lugano του έχει απονείμει τον τίτλο του magister και περιλαμβάνει το έργο του στην ειδική έκδοση «Πρωταγωνιστές της Ιταλικής Τέχνης», έχει πάρει Βραβείο Σχεδίου στο πλαίσιο της VII Ευρωπαϊκής Biennale στην Ρώμη και ειδικό βραβείο από την Unicef στη Γένοβα) ο Νίκου, μαθητής του Γ. Μαυροϊδη και του Γ. Μόραλη, έχει χαράξει ένα δικό του δρόμο. Έχει ενσωματώσει στην τέχνη του όλη την ιστορία της ζωγραφικής από τον μανιερισμό και μετά. Κινείται τεχνικά και σχεδιαστικά, αλλά και θεματικά, σ’ αυτό που ο Giorgio Vasari περιέγραφε ως «φινέτσα και επινοητικό πλούτο (invenzione), που εκφράζονται με τεχνική δεξιοτεχνία και πνεύμα και μελέτη που αποτυπώνονται στο τελικό έργο». (Giorgio Vasari: Le Vite de” più eccellenti pittori, scultori, ed architettori.)
Δεν θα μπορούσε κανείς να βάλει ετικέτα στη ζωγραφική του Γ.Νίκου καθώς κάθε φορά προσαρμόζει ή επιλέγει την τεχνική του με βάση το θέμα, ή, ακριβέστερα, προσαρμόζει την τεχνική του στην έμπνευση που του προκαλεί το εκάστοτε θέμα του.
Νεοκλασσικιστής με στοιχεία μπαρόκ στα ιστορικά ή μυθολογικά του έργα, επίγονος του Πάολο Βερονέζε στις πολυπρόσωπες συνθέσεις του, θαυμαστής του Ι. Μπος στις εφιαλτικές συλλήψεις του και, βέβαια, σουρεαλιστής κατά τον τρόπο που και ο Ο. Ελύτης σχετιζόταν μ’ αυτό το κίνημα. Ο ίδιος μιλά για τις επιρροές πάνω-του του μαγικού ρεαλισμού. Πρόκειται όμως για έναν ρεαλισμό, μια οκτάβα κάτω από το πραγματικό και μια μαγεία που ξεπηδά από τη δεξιοτεχνία του Νίκου στο σχέδιο, στο χρώμα και τη σύνθεση.
Αν επιχειρούσε κανείς να συγκεφαλαιώσει τη θεματολογία και τα στυλιστικά στοιχεία στο έργο του Γιάννη Νίκου θα ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει για την αναζήτηση εκ μέρους του μιας διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, και ανάμεσα στον μανιερισμό της ύστερης Αναγέννησης και τον σουρρεαλισμό (εντονότερο και πιο «καθαρό» στα πρώιμα έργα του).

Ροδόλφος Μορώνης
Άρθρο στην εφημερίδα «Real News», Νοέμβριος 2013

Γ.Μάρκου, Πρόεδρος Ελληνικού Μουσείου “Nobel” – Ιστορικός Τέχνης, RAI 1986

«…O Iannis Nikou γεννήθηκε, πιθανόν, κατά τον πρώιμο 16ο αιώνα κάπου στη Βόρειο Ιταλία. Ο Νίκου, λοιπόν, είναι ένας σύγχρονος καλλιτέχνης, ο οποίος εμφανίσθηκε στο πλαίσιο μιας όλο και πιο εδραιωμένης νέας ερμηνείας της κλασικής μυθολογίας και, σε μικρότερο βαθμό , βιβλικής εικονογραφίας. Μαζί με τους ιστορικούς προκατόχους του μοιράζεται μια τεχνική Γκραβούρας και μια προτίμηση για ένα φυσικό περιβάλλον, το οποίο είναι πλούσιο και μεγαλοπρεπές…
Ο Iannis Nikou είναι, προφανώς, ένας από την τριανδρία των πρωτοπόρων της Αναγέννησης σήμερα, η οποία περιλαμβάνει τους Jonathan Norths και Jack Beal…»

G.S.Marcou
RAI, Florence, 12/09/1986