O Γιάννης Νίκου  για το έργο του

«Μου έχει επανειλημμένα ζητηθεί να αναλύσω, να εξηγήσω τους συμβολισμούς που χρησιμοποιώ, το νόημα των συνήθως πολυπρόσωπων συνθέσεών μου. Γι’ αυτό το λόγο, αναλαμβάνω ο ίδιος την ευθύνη της ξενάγησης των θεατών στον κόσμο μου, έναν κόσμο του οποίου έχω οργανώσει την γεμάτη παραβολές και σύμβολα δομή, κι είναι επόμενο να γνωρίζω καλλίτερα από κάθε άλλον την ερμηνεία του. Σπούδασα ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στα Μουσεία της Ευρώπης. Μελέτησα τον Bosch, τον van der Weyden, τον Breughel, τον Cranach, τον Γκρέκο κι όλους τους μεγάλους δημιουργούς, γιατί είναι γνωστό ότι παρθενογένεση δεν υπάρχει κι από το μηδέν γεννιέται το μηδέν.

Από παιδί είχα ένα όραμα αυτόματα σουρεαλιστικό, προτού ακόμα συνειδητοποιήσω τι ήταν τα θέματα που ζωγράφιζα, γιατί ζωγραφίζω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με τραβούσε ο κόσμος του φανταστικού, του μύθου, της αλληγορίας. Σ’ αυτόν τον φανταστικό κόσμο, τα σύμβολα παίζουν τον κυρίαρχο ρόλο και με βοηθούν να ταξιδεύω στο χώρο του «μαγικού ρεαλισμού».

Συνειδητοποιημένα λοιπόν, κατέληξα σ’ ένα οργανωμένο συμβολισμό και φεύγοντας απ’ τον καθαυτό «σουρεαλισμό» πέρασα στον «μαγικό ρεαλισμό». Είμαι συμβολιστής φύσει και θέσει. Τα μεγάλα κείμενα της ανθρωπότητας-Μυθολογία, Βίβλος, Αποκάλυψη, Βέδδες, ήταν συμβολικά και λειτούργησαν μέσ’ απ’ την παραβολή. Το ίδιο πιστεύω και για την εικόνα. Μου αρέσει να διηγούμαι ιστορίες και μια εικόνα, ως γνωστό, ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις. Αναζητώ σε εικόνες πέρα απ’ τον «πραγματικό κόσμο», σύμβολα που θα με βοηθήσουν ν’ αποδώσω καταστάσεις σημερινές, το τι συμβαίνει γύρω μας, μ’ ένα τρόπο ποιητικό αλλά και διαχρονικό σαν μήνυμα.

Τη ζωγραφική μου, τη βλέπω περισσότερο σαν ένα θέατρο του παραλόγου… Κινείται και συνδέει με αόρατα νήματα τον κόσμο του πεπερασμένου με το υπερβατικό, το μικρόκοσμο με το μεγάκοσμο. Σ’ αυτό το χώρο οσμίζομαι, ανιχνεύω και ενεργώ, σκηνοθετώντας την παράστασή μου που πρέπει να’ ναι ολοκληρωμένη: με τους υποκριτές, το μύθο και το σκηνικό της. Οι εικόνες – πίνακες, όταν σκέφτομαι, πέφτουν καρρέ-καρρέ, κινηματογραφικά. Λατρεύω το θέαμα, το θέατρο, τον κινηματογράφο, γι’ αυτό παράλληλα με τη ζωγραφική σπούδασα υποκριτική, σκηνογραφία, καθώς και Κλασσική Μουσική.

Αυτές οι γνώσεις σε συνδυασμό με την συνεχή μελέτη της Ιστορίας, της Λογοτεχνίας, της Ποίησης, πιστεύω ότι με βοήθησαν στη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου εικαστικού οράματος. Από φοιτητής ήδη, επιχείρησα τις πρώτες μεγάλες συνθέσεις, στην κυριολεξία μεγάλες, εφόσον μιλάμε για έργα διαστάσεων 3 και 4 μέτρων, με θρησκευτικά ή μυθολογικά θέματα.

Είναι αυτονόητη λοιπόν, αφού μιλάμε για έργα τέτοιων διαστάσεων και σύνθεσης, η σχέση που έχω μ’ αυτό το τεράστιο κεφάλαιο της ζωγραφικής που λέγεται σχέδιο. Το σχέδιο, το μολύβι, έχει πρωτεύουσα θέση στο έργο μου και την καρδιά μου. Αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση, την βάση για την δομή κάθε έργου μου.

Παράλληλα, με τα χρώματα που χρησιμοποιώ απευθύνομαι στο συναίσθημα το κατ’ εξοχή μέσο υποβολής του θεατή για την μύηση του στον φανταστικό κόσμο της τέχνης μου, αφού θεωρώ την ύπαρξη αυτού του μυημένου θεατή, ως προϋπόθεση για την λειτουργία της Τέχνης γενικότερα. Ο βασικός μου σκοπός είναι να επικοινωνήσω μέσω της ζωγραφικής μου με το ασυνείδητο του ατόμου, εκεί όπου λειτουργούν τα αρχέγονα σύμβολα.

Θέλω τον θεατή να βρίσκεται μέσα στο έργο μου, να συμμετέχει στα δρώμενα κατά τα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας και όχι απλά να χαζεύει το έργο λόγω επιτυχημένης παράθεσης σχημάτων και χρωμάτων. Πετυχαίνοντας αυτή την ποιότητα συγκίνησης του θεατή, έχω πετύχει τον σκοπό μου.

Μ’ αυτή τη βάση, η θεματογραφία μου θίγει, χωρισμένη σε θεματικές, ότι απ’ την αρχή της Δημιουργίας απασχόλησε στην εξέλιξη του πλανήτη μας. Η διάφορη θεματογραφία, αλλά και η «διαφορά» των έργων που σπάει την λεγόμενη ενότητα έργου, είναι μόνο φαινομενική. Στηρίζονται όλα σε μια μαθηματική εξίσωση στην οποία αλλάζει μόνον ο Χ κάθε φορά, δηλαδή η ζητούμενη εικαστική λύση – που είναι και η πρόκληση – σε κάθε νέο έργο. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης αφού ξεπεράσει στην αρχή της πορείας του το «τεχνικό μέρος» – το ένα χρώμα δίπλα στο άλλο, το σχέδιο – μετά αρχίζει να ζωγραφίζει, δηλαδή να απεικονίζει απρόσκοπτα, ό,τι τον προκαλεί κι ερεθίζει πνευματικά.

Τα θέματα μου επέλεξα, ή καλλίτερα με επέλεξαν, άλλοτε με πλήρη συνείδηση για αυτό που ήθελα να δώσω, κι άλλοτε με κατάκλυσαν αρχικά κι η συνειδητοποίηση ακολούθησε όσο διαμορφωνόταν το έργο μου και πάντα πριν βγει στον μουσαμά. Ποτέ όμως δεν μου συνέβη, κι αυτό οφείλω να το πω για όποιον έχει επικοινωνήσει με την δουλειά μου, να κάνω ένα έργο χωρίς την απόλυτη αίσθηση του μηνύματος που εκπέμπει, χωρίς να ελέγχω αυτό που ζωγραφίζω. Ούτε μια πινελιά δεν είναι τυχαία, δεν πιστεύω στο τυχαίο, γιατί το όραμα μου, είναι ολοκληρωμένο.
Για την δημιουργία κάθε έργου μου έχει, παράλληλα με την σύλληψη του, ολοκληρωθεί η ενορχήστρωση των εκφραστικών μέσων, σχέδιο-χρώμα-μορφή, όπου τον κυρίαρχο ρόλο έχει το σχέδιο: η αρμονική διαίρεση του χώρου σε φόρμες, σε σχήματα.
Ζωγραφίζοντας λοιπόν, συμμετέχω απόλυτα, διασκεδάζω, συμπάσχω και ταυτόχρονα αποστασιοποιούμαι με τρόπο που να γίνομαι ο πρώτος θεατής του έργου μου και όπως θέλω να πιστεύω, ο πιο αυστηρός.»